πραγματεύομαι

πραγματεύομαι предпринимать, вести дела

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πραγματεύομαι" в других словарях:

  • πραγματεύομαι — πραγματεύομαι, πραγματεύτηκα και πραγματεύθηκα βλ. πίν. 20 Σημειώσεις: πραγματεύομαι : δες σημείωση διαπραγματεύομαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πραγματεύομαι — ΝΜΑ, και ιων. τ. πρηγ ματεύομαι, Α [πράγμα, ατος] 1. ασχολούμαι με κάτι 2. διαπραγματεύομαι (α. «νουθετώντας να τά πραγματευθούν με φρονιμάδα» Αραθ. Μυθ. β. «εἶπε πρὸς αὐτούς πραγματεύσασθαι ἐν ᾦ ἔρχομαι», ΚΔ) νεοελλ. εξετάζω ένα θέμα προσεχτικά …   Dictionary of Greek

  • πραγματεύομαι — πραγματεύτηκα 1. ασχολούμαι με κάτι. 2. αναπτύσσω κάποιο θέμα μελετώντας το σε βάθος: Πραγματεύομαι τα θέματα της αγροτικής οικονομίας στα πλαίσια της Eυρωπαϊκής Ένωσης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πραγματεύομαι — πρᾱγματεύομαι , πραγματεύομαι busy oneself pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματεύομαι — [прагматэвомэ] р. трактовать, рассуждать о чем либо, торговать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πρηγματευθέντες — πραγματεύομαι busy oneself aor part mp masc nom/voc pl πρηγματεύομαι aor part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηγματευσάμενοι — πραγματεύομαι busy oneself aor part mp masc nom/voc pl πρηγματεύομαι aor part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπραγματευμένα — πεπρᾱγματευμένα , πραγματεύομαι busy oneself perf part mp neut nom/voc/acc pl πεπρᾱγματευμένᾱ , πραγματεύομαι busy oneself perf part mp fem nom/voc/acc dual πεπρᾱγματευμένᾱ , πραγματεύομαι busy oneself perf part mp fem nom/voc sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματεύεσθε — πρᾱγματεύεσθε , πραγματεύομαι busy oneself pres imperat mp 2nd pl πρᾱγματεύεσθε , πραγματεύομαι busy oneself pres ind mp 2nd pl πρᾱγματεύεσθε , πραγματεύομαι busy oneself imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατατεχνολογώ — κατατεχνολογῶ, έω (Α) πραγματεύομαι, περιγράφω, εξηγώ κάτι σχολαστικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + τεχνο λογῶ «πραγματεύομαι συστηματικά»] …   Dictionary of Greek

  • ՎԱՃԱՌԱՇԱՀ — ( ) NBH 2 0775 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 10c, 11c ա. εὕπορος opulentus. եւ բայիւ εὑπορέω, πραγματεύομαι abundo, negotior. Շահավաճառ. շահեցօղ. օգտաշահ. *Որ բնակեալդ ես ʼի մուտս ծովուդ վաճառաշահ ազգաց ʼի կղզեաց բազմաց.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.